Σαπφώ – Φαίνεταί μοι κήνος ἴσος θέοισιν Sappho – Fr. 2 (The conversation)

Φαίνεταί μοι κήνος ἴσος θέοισιν
ἔμμεν ὤνηρ, ὄστις ἐναντίος τοι
ἰζάνει, καὶ πλυσίον ἆδυ φωνεύ-
        σας ὑπακούει

καὶ γελαίσας ἰμερόεν, τό μοι μάν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόασεν·
ὡς γὰρ εὔιδον βροχέως σε, φώνας
        οὺδὲν ἔτ' εἴκει·

ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε, λέπτον δ'
αὔτικα χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμακεν,
ὀππάτεσσι δ' οὐδὲν ὄρημ', ἐπιρρόμ-
        βεισι δ' ἄκουαι.

ἀ δέ μίδρως κακχέεται, τρόμος δέ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι, τεθνάκην δ' ὀλίγω 'πιδεύης
        φαίνομαι [ἄλλα].

ἀλλὰ πᾶν τόλματον, [ἐπεὶ καὶ πένητα].

(Sappho, Lesbos, between1630 and 612 to 570 BC circa)

The Conversation

He must feel blooded with the spirit of a god
to sit opposite you and listen, and reply,
to your talk, your laughter, your touching,
breath-held silences.. But what I feel, sitting here
and watching you, so stops my heart and binds
my tongue that I can't think what I might say
to breach the aureole around you there.
It's as if someone with flint and stone had sparked
a fire that kindled the flesh along my arms
and smothered me in its smoke-blind rush.
Paler than the summer grass, it seems
I am already dead, or little short of dying.

(Translation by Sherod Santos, from Greek Lyric Poetry, Norton)

Όμηρος – ὦ φίλοι, ἔνδον γάρ τις ἐποιχομένη μέγαν ἱστὸν Homer – Meeting Circe

" φίλοι, νδον γάρ τις ποιχομένη μέγαν στν
καλν οιδιάει, δάπεδον δ’ παν μφιμέμυκεν,
θες ἠὲ γυνή· λλ φθεγγώμεθα θσσον."

ς ρ’ φώνησεν, το δ’ φθέγγοντο καλεντες.
δ’ αψ’ ξελθοσα θύρας ϊξε φαεινς  
κα κάλει· ο δ’ μα πάντες ϊδρείσιν ποντο·
Ερύλοχος δ’ πέμεινεν· ΐσατο γρ δόλον εναι.
εσεν δ’ εσαγαγοσα κατ κλισμούς τε θρόνους τε,
ν δέ σφιν τυρόν τε κα
λφιτα κα μέλι χλωρν
ον Πραμνεί
κύκα· νέμισγε δ σίτ
φάρμακα λύγρ’, να πάγχυ λαθοίατο πατρίδος αης.
ατρ πε δκέν τε κα
κπιον, ατίκ’ πειτα
άβδ πεπληγυα κατ συφεοσιν έργνυ.
ο δ συν μν χον κεφαλς φωνήν τε τρίχας τε
κα δέμας, ατρ νος ν μπεδος ς τ πάρος περ.
ς ο μν κλαίοντες έρχατο· τοσι δ Κίρκη
πρ κυλον βάλανόν τ’ βαλεν καρπόν τε κρανείης
δμεναι, οα σύες χαμαιευνάδες αἰὲν δουσιν.

 

(Homer, ca. 8th Century BC ???)

 

"Dear friends, no need for stealth: here’s a young weaver

singing a pretty song to set the air

a-tingle on these lawns and paven courts.

Goddess she is, or lady. Shall we greet her?"

 

So reassured, they all cried out together,

and she came swiftly to the shining doors

to call them in. All but Eurýlokhos-

who feared a snare-the innocents went after her.

On thrones she seated them, and lounging chairs,

while she prepared a meal of cheese and barley

and amber honey mixed with Pramnian wine,

adding her own vile pinch, to make them lose

desire or thought of our dear father land.

Scarce had they drunk when she flew after them

with her long stick and shut them in a pigsty-

bodies, voices, heads and bristles, all

swinish now, though minds were still unchanged.

So, squealing, in they went. And Kirkê tossed them

acorns, mast, and cornel berries – fodder

for hogs who rut and slumber on the earth.

(Translated by Robert Fitzgerald)

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης – Περιμένοντας τους βαρβάρους – Constantine P. Cavafy – Waiting for the Barbarians

– Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

– Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

– Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωϊ σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς και ονόματα.

– Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτωρες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

– Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

– Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Constantine P. Cavafy – Alexandria, 29 April 1863 – 29 April 1933)

What are we waiting for, assembled in the forum?

The barbarians are to arrive today.

Why such inaction in the Senate?
Why do the Senators sit and pass no laws?

Because the barbarians are to arrive today.
What laws can the Senators pass any more?
When the barbarians come they will make the laws.

Why did our emperor wake up so early,
and sits at the greatest gate of the city,
on the throne, solemn, wearing the crown?

Because the barbarians are to arrive today.
And the emperor waits to receive
their chief.  Indeed he has prepared
to give him a scroll.  Therein he inscribed
many titles and names of honor.

Why have our two consuls and the praetors come out
today in their red, embroidered togas;
why do they wear amethyst-studded bracelets,
and rings with brilliant, glittering emeralds;
why are they carrying costly canes today,
wonderfully carved with silver and gold?

Because the barbarians are to arrive today,
and such things dazzle the barbarians.

Why don’t the worthy orators come as always
to make their speeches, to have their say?

Because the barbarians are to arrive today;
and they get bored with eloquence and orations.

Why all of a sudden this unrest
and confusion. (How solemn the faces have become).
Why are the streets and squares clearing quickly,
and all return to their homes, so deep in thought?

Because night is here but the barbarians have not come.
And some people arrived from the borders,
and said that there are no longer any barbarians.

And now what shall become of us without any barbarians?
Those people were some kind of solution.

(C.P. Cavafy, Collected Poems. Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard)